Στέλλα Δούμου, H Άλμα και η κυρία Cάβανο

H Άλμα και η κυρία Cάβανο


Ψυχή μου αγρίεψες
– τι πολύφημος αυτό το ψ –

                                                     (Έκτωρ Κακναβάτος)

1
”Με τις βλεφαρίδες των ψυχών ας εκπλήξουμε τους εαυτούς” είπε η κυρία Cάβανο σε μια σπάνια στιγμή ξηρής απόστασης απ’ τον καθρέφτη της.
”Οι πληθωρικές σημασίες υποβιβάζονται στου αύριο τις τσέπες ή τα βρακιά. Ανάλογα που τοποθετεί κανείς την τυφλότητά του.
Μες στους βολβούς και οι οξείες!
Έτσι χάσαμε την Άλμα. Από οξεία διορατικότητα!”
Και γέλασε πικρά.

2
Η Άλμα σκούπιζε τις διαθήκες της μέρας. Λυπόταν τα ψίχουλα, πετούσε τα ψωμιά.
Όταν η κυρία Cάβανο έχανε τα δόντια της, την έμπλεκε σε περιπέτειες .
Η Άλμα για να την εκδικηθεί την έβαζε να  κάθεται μπροστά σε καθρέφτες.
-Είστε καλά εδώ Μαντάμ, τη ρωτούσε.

3
”Κανείς δεν κάνει αστεία όταν πρόκειται να ανταλλάξει τη σελήνη του με μια αιωνιότητα”, είπε η κυρία Cάβανο με ένα μέτωπο σαν τον πάγο.
Είχε ανέβει σ’ ένα λεωφορείο με αποκριάτικα κοστούμια. Απρόθυμη να γελάσει έβγαλε το καθρεφτάκι της και ήπιε όλο το λευκό του γάλα. Τη βοηθούσε να θυμηθεί τις κομψές λεπτομέρειες της ζωής.
Η Άλμα την περίμενε στον επόμενο σταθμό .

4
Η κυρία Cάβανο μισούσε την Άλμα όταν ψήλωνε.
Γι’ αυτό την άφηνε νηστική πολλές φορές.

5
Η κυρία Cάβανο καθόταν σε μια βελούδινη πολυθρόνα και συνέτασσε επιθυμίες.
Χασμουριόταν όταν η Άλμα της διάβαζε δυνατά τα συστατικά των λευκών υποκαμίσων.
Άλλη γλώσσα δεν ξέρεις;  Τη ρωτούσε με κείνη την ασφυκτική φωνή.

6
Μα κατουριέται! έλεγε εκνευρισμένη η κυρία Cάβανο.
Κατουριέται επανειλημμένα όταν κόβεται από μαύρες κλωστές .
Και με κάνει μούσκεμα! Έτσι γίνομαι ευάλωτη και μ’ έχει του χεριού της.

.

oleg-dou-art-paintings-portraits0

7
Η Άλμα ήθελε να ξυπνά νωρίς. Γυμναζόταν σε παράλια ξέφωτα μακριά από ξηρά τοπία. Η κυρία Cάβανο ήθελε να τεμπελιάζει στο κρεβάτι.
Η Άλμα νοιαζόταν για την περιουσία των δακρύων. Η κυρία Cάβανο νοιαζόταν για κρυστάλλινα άμφια και τα γεύματα των ματιών της. Δεν μηχανευόταν παρά τρόπους για να τα αποκτήσει.
Η Άλμα και η κυρία Cάβανο πέρασαν μαζί πολλά χρόνια σε καθημερινή επαφή. Καυγάδιζαν συχνά. Η κυρία Cάβανο, όταν χιόνιζε φθορά, έλιωνε και ασχήμαινε, η Άλμα γινόταν πιο διάφανη. Η κυρία Cάβανο σιχαινόταν την οσμή του χώματος, της θύμιζε το δέρμα της. Χωρίς να το παραδέχεται, έβρισκε την Άλμα πολύ όμορφη όταν αυτή καθάριζε με ατόφιο φως και πάστρευε όλες τις γωνίες του κοιτώνα της.
Στην Άλμα άρεσαν τα καθαρά δωμάτια. Στην κυρία Cάβανο, τα ακριβά δωμάτια. Ποτέ δεν συμφώνησαν σε αυτό.

8
Η κυρία Cάβανο, ήξερε ότι θα χρειαζόταν κάποτε η Άλμα να την αφήσει, μα έκανε πως δεν το θυμόταν. Επίτηδες της καθυστερούσε τα δεδουλευμένα της, και της έδενε τα μάτια όταν περνούσαν λεωφορεία. Για κάποιον λόγο νόμιζε πως θα φύγει με αυτά.
Η Άλμα ζύμωνε μικρά πρόσφορα κάθε φορά που άκουγε τα λεωφορεία να περνούν. Και ύφαινε λευκά πουκάμισα.
Ήξερε ότι όταν έρθει η ώρα, μόνον αυτά θα της χρειάζονταν.
Η κυρία Cάβανο δεν ήξερε τίποτα, παρά μόνον ότι το δέρμα της μύριζε χώμα ολοένα και συχνότερα. Το φόρτωνε πομάδες και κρίνα.

9

 ”Δεν επιτρέπω τα κενά” είπε η κυρία Cάβανο κοιτώντας με αυταρέσκεια την μεταξωτή της ρόμπα με τα χρυσάνθεμα, τα παγώνια και τις ολοζώντανες παιωνίες.

”Φυσικά, η ζωή τα φοδράρει με απόλυτη συνέπεια στον εξωτερικό διάκοσμο της. Τα τραυματικά έλκη που μοιραία αποκτώνται ,είναι η απόδειξη της επιπολαιότητας του να πιστεύει κανείς πως τα κενά τιθασεύονται’’ σκέφτηκε η Άλμα με κέφι. Πολύ θα ήθελε να της το σερβίρει για πρωινό όλο αυτό. Αντ’ αυτού αρκέστηκε σε ένα νεύμα του κεφαλιού της κι ένα λοξό χαμόγελο. Ήταν απόγευμα, 5.47, είχαν τελειώσει με τον καφέ  κι η Άλμα είχε βαλθεί να σιδερώνει ένα λευκό πουκάμισο.

10
”Στις κλειδώσεις των ήχων
αφουγκράζομαι τόσα και τόσα χρόνια το λευκό
αμίλητο που λάμπει” είπε η κυρία Cάβανο λίγο πριν ανέβει σε ‘κείνο το λεωφορείο με τ’ αποκριάτικα κοστούμια. Θα πήγαινε βόλτα σε ένα μεγάλο πάρκο. Είχε κερδίσει ένα εισιτήριο.
Στης κρύας   παλάμης τις στοές περίσσευε ένα κομματάκι κλειδί που δεν θα χρειαζόταν πια κανείς. Στα δόντια της είχε έρθει ο χειμώνας και καθώς έγλειψε τα χείλη της από αμηχανία
ένιωσε την κρύα γαλήνη του μετάλλου.
Η Άλμα δεν θα την περίμενε στην επόμενη στάση.
Είχε ήδη φύγει για την πατρίδα της. Ναι, είχε φύγει.
Με ένα λευκό πουκάμισο είχε φύγει.

~~~~~~

Στο μεταξύ Σημύδες και Κράταιγοι ετοιμάζουν την καταιγίδα των φύλλων τους.

Θα έρθει η Άνοιξη γιατί.

Photo: Oleg Dou

.

.

Advertisements