Στέλλα Δούμου, Χρονορυχείο

 

 

 

16402815_1089270644528599_4272663787265331378_o

Advertisements

Στέλλα Δούμου, Ενσωματώσεις

2 (2)

.

μια πόρτα που αναπνέει με ελβετικούς τρόπους
η ακολουθία των βλεφαρίδων σου
φιτίλια στα άχυρα των σπλάχνων
η άλλη γλώσσα της πυράκτωσης
είναι
το σώμα σου όταν κλειδώνεται
κι η αφιονιστική των υπονοούμενων
πληρεξούσια ιδέα
το φεγγάρι από μέσα σου επιθυμώ
να αντλήσω
όπως νερό απ το πηγάδι.
κι ύστερα χρόνος πυρρίχιος
να με γειώσει μ΄ ένα σέρτικο.
ο χειμώνας του φεγγαριού
θα έχει τελειώσει
με τη φωτιά στο στόμα.
.
δημοσιευμένο στο ηλ. περιοδικό Bibliotheque

http://www.bibliotheque.gr/article/53354

.

.

Στέλλα Δούμου, Φωτάκια στις ρίζες, γλυκόριζα και κάντιο.

4149567415_c6a66e9ba7_z.

 

Παπαγαλίζουμε κάθε χρόνο Χριστούγεννα
διδυμότειχοι
με ακάνθινα φωτάκια στις ρίζες των μαλλιών. Στοιχειωμένα παιδιόθεν. Από τότε που όλοι φορούσαν κόκκινα και παρίσταναν μαλακούς αγιοβασίληδες
Κάποτε περίσσεψαν ρούχα. Κάποιοι πρόδωσαν.

Έκτοτε ανθούν κατ’ έθιμο γλιστερά φιλιά και αυτουργίες  καμινάδων.

Σφιχτές γάζες από  χιόνι κρατούν το μυαλό ευφρόσυνα παγωμένο.
Όλα  εφάπτονται σε επιφάνειες σφριγηλών αντανακλάσεων όσο μακροημερεύει η άμπωτη των λαμπιονιών.

Μα όταν θα ανέβει πάλι η γκρίζα παλίρροια,το αστέρι καρμανιόλα θα κόψει τους ιμάντες των εθίμων, οι καλαντιστές θα έχουν αφυδατωθεί, οι επιφάνειες σκληρύνει και τα Χριστούγεννα θα  έχουν πληρωθεί .Θα μετρηθούν σπασμένα δάχτυλα στα στιλβωτήρια των ευχών.

Και τα ζαχαρωτά ψωμάκια,αυτά με την κρούστα από κάντιο, που κολλά στα δόντια τής  ψυχής θα  ξεραίνονται στις πιατέλες της λήθης.

Μέχρι.

Photo: Jenny  Terasaki

.

.

 

Στέλλα Δούμου, Κόλιντα μπάμπω*

ce999f1a049544cd180297fa9d1ba576

.

Από τις χαραμάδες του Δεκέμβρη μπαίνει το κρύο του Ηρώδη.
Οι ανάσες των νηπίων είναι μαρμάρινες.
Με τα δόντια κάποιος
πριν διαμελισθεί σ’ εκατομμύρια φυλαχτά
προσπαθεί να κόψει
τα σχοινιά της ιστορίας.
Ν’ αρχίσει η παιδική ηλικία του Αθώου.Να βουήξουν τα μεγάλα μελί μάτια της καλοσύνης.
Οι κωδωνοκρουσίες συνεχίζουν να σημαίνουν ήττα.
Οι δήμιοι κουρεύουν τις γάτες τους.
Στα κοιμητήρια του κόσμου θάβονται παιδιά χωρίς τ’αληθινά τους ονόματα.
Kαι οι άνθρωποι συνεχίζουν να ελπίζουν πως μετά από αυτό , κάποτε θα συγχωρεθούν.
Από τις χαραμάδες ,μπαίνει,το κρύο του Ηρώδη.
ξανά και ξανά. 

*Κόλιντα μπάμπω: σφάζουν, γιαγιά!

Painting:Pieter Bruegel the Elder/ The massacre of the innocents

.

Στέλλα Δούμου, Σκουριά σινδόνη

Jiang Zhaohe; Refugees, 1943 1.

 Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς

Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε

Κανένας με γνώριζε.

~Μανόλης Αναγνωστάκης~

Μέσα στο πόδι τού οδοιπόρου χρυσαλλίδα πυρίμαχη

τους δικέφαλους σκύλους γυμνάζει.

Μουρμουρητό μονοπάτι δονεί τις δίνες του αέρα

βλασταίνουν φίδια στα βεληνεκή, αυτό είναι σίγουρο.

Οι εποχές τον αναπαριστούν αλλιώτικο  όσο βαδίζει.

Ωάρια πυξίδας δείχνουν βορρά αναμαλλιασμένο σε ουρανό τεκταινόμενο.

Πέρα μακριά χαίνουν οι Όλυμποι τις άπειρες κλίμακες του λυκόφωτος  μυρμηγκιάζοντας τις επικράτειες.

Το σπίτι του αναπαύεται  στης σκιάς το κλειδωμένο βάρος

Ακτινωτά οι ομοζυγωτικοί  νεκροί  του, γλείφουν άστρα αλμυρά. Έτσι τους θυμάται.

H  αριστερή πλευρά του δρόμου αβαρής∙

είναι το νερό: μαύρος θυρεός με αμίαντα φεγγάρια.

Η δεξιά κινείται γρηγορότερα κι απ’  την κόλαση.

 Πρόσωπα εγνωσμένης κωφότητας τον προσπερνούν

 βρέφη που μηρυκάζουν αλάτι

 φέρετρα που γευματίζουνε πηλούς μονογενείς

κι ο δρόμος πίσω  του να χύνεται

σε μπολ αβύσσου.

Όταν κάποτε σεληνανθοί στις όχθες των ματιών

μαλακώνουν  των βουνών τις σκληρές πέτσες

 ανεπαίσθητα ξεσφίγγεται  η κλωστή που τον κρατάει

 από της μοίρας την σκουριά σινδόνη

και με το βρόντο ενός ανθρώπου που λυγίζει

σπαράζει για το υπέρμαχο φώς.

 Για τίποτ’ άλλο.

.

{Ο στίχος του Μανώλη Αναγνωστάκη είναι από  τα ΠΕΝΤΕ ΜΙΚΡΑ ΘΕΜΑΤΑ, Ποίημα ΙΙΙ}

Το ποίημα διακρίθηκε στον διαγωνισμό των περιοδικών, ”Αναγνώστης” και ”Θράκα”, με θέμα ~ Επάνω σε ένα στίχο του Μ. Αναγνωστάκη ~

Painting:  Jiang Zhaohe , Refugees

.

.

Στέλλα Δούμου, Φώναξαν

thumb_640.

η γεύση του ξιδιού είναι σε κάθε γλώσσα

που μουρμουρίζει ασθμαίνοντας «Θεέ μου,Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες»

Randall Jarrell

 

Το θέατρο γέμιζε με ρυθμό υπαγορεύσεως

έξω, έβρεχε δάση

σκιές που έπιναν παχύ νερό

γίνονταν πουλιά

και λίγο μακρύτερα ο δήμιος

έκανε καλά τη δουλειά του

με ταχύτητα πηγαδιού εξαφάνιζε τα συμβάντα.

Το θέατρο άδειασε κι όλα ξανάγιναν ήσυχα.

Αγάλματα υπογράφουν αυτόγραφα.

Στο αεί του νυν καρδιές αγίων περιφέρονται σε ξύλινα μπωλ.

Κανείς δεν εξάπτεται.

Όλες οι γιορτές έχουν ματωμένα ονόματα.

(επειδή δεν συναντηθήκαμε σε στέρεο έδαφος

κι ήρθαμε από μέρες που τις πυροβόλησαν στα μάτια

χύμηξαν ορδές ανθρώπων

και μας ξέσκισαν με στριγγλιές

μας φώναξαν με λανθασμένα ονόματα

-όχι πάντως τα δικά μας-

φώναξαν, σκουπίδια

φώναξαν, λεροί

φώναξαν, παρίες

εμείς απλώς δείχναμε με το δάχτυλο την καρδιά μας. Άλλη γλώσσα δεν ξέραμε.)

.

.