George Le Nonce, Παρακλαυσίθυρον

 

avory-palmer

.

Καί ἡ θάλασσα ψεύτικη: ἡ φράση μοῦ ἦρθε ξαφνικά, μέρα μεσημέρι. Ἤμουν, ὅμως, μέσα στή θάλασσα, ἤμουν ἤδη στά βαθιά, τό παγωμένο νερό μοῦ εἶχε κόψει τήν ἀνάσα, μέ δυσκολία κρατοῦσα τό κεφάλι μου πάνω ἀπό τήν ἐπιφάνεια, ὁ ἥλιος μέ τύφλωνε, δέν μποροῦσα νά δῶ ποῦ ἦταν ἡ ἀκτή, ἀλλά δέ φοβόμουν, ἀντιθέτως, ἤμουν εὐτυχής, ἐτοῦτο τό καλοκαίρι μοῦ εἶχε λείψει ἡ θάλασσα καί ὤφειλα νά εἶμαι εὐγνώμων γιά  τίς τρεῖς αὐτές μέρες στό νησί, γιά τά τρία μεσημέρια πού θά περνοῦσα, ἐπιτέλους, μέσα στή θάλασσα. Δέν ξέρω πῶς ἔγινε καί βρέθηκα, ὡς ἐκ θαύματος, λίγα λεπτά ἀργότερα, στήν ἀγαπημένη μου βραχώδη ἀκτή, γυμνός καί ἀσθμαίνων. Φόρεσα τά μεγάλα μαῦρα γυαλιά μου, ἄνοιξα τό βιβλίο τῶν θανάτων καί ἀφοσιώθηκα στούς μονολόγους τῶν νεκρῶν ὥστε νά μήν παρασυρθῶ καί ξανακοιτάξω τήν θάλασσα, ὥστε νά μήν ἀναρωτηθῶ ἂν ἦταν πράγματι ἐκεῖ. Διάβαζα ἐμμονικά, μέ τίς ὧρες, ὁ ἥλιος ἔκαιγε τό σῶμα μου, ἔκαιγε τό μέτωπό μου, ἀλλά συνέχισα, χωρίς νά μετακινηθῶ, τό στόμα μου στέγνωσε, ἄρχισα νά ζαλίζομαι, ἀλλά συνέχισα, ὥσπου νύχτωσε τόσο πού δέν μποροῦσαν πιά τά μάτια μου νά διαβάσουν, ἔκλεισα τό βιβλίο, ντύθηκα, καί ἐπέστρεψα στό ξενοδοχεῖο «Παρακλαυσίθυρον» ὅπου εἶχα κλείσει δωμάτιο χωρίς θέα.

.

Στό ξενοδοχεῖο εἶχε μόλις καταφθάσει ἕνα γκρούπ ἀναξιοπαθούντων. Ἕνας παπάς καί δύο ἀνέστιες καντηλανάφτισσες τούς συνόδευαν. Προσπαθοῦσαν, σέ συνεργασία μέ τόν ἡλικιωμένο καί μᾶλλον δυσκίνητο ρεσεψιονίστ, νά διευθετήσουν τίς λεπτομέρειες τῆς διανυκτέρευσης. Στή σάλα τοῦ ξενοδοχείου συνωστίζονταν λοιπόν γέροι σέ ἀναπηρικές καρέκλες, ἔφηβοι μέ ἀρρώστιες τοῦ μυαλοῦ, παιδιά φαλακρά ἀπά χημειοθεραπεῖες, νάνοι μέ τεράστιες φουσκωτές καμποῦρες, κορίτσια μέ πρόσωπα παραμορφωμένα ἀπό ἐγκαύματα. Κράδαιναν ὅλοι σταυρούς καί εἰκονίσματα, ἐνῶ ἔντονη ἦταν ἡ ἀποφορά τῶν θυμιαμάτων. Ἔσπρωξα τόν παπά (τό ἕνα μάτι του, παρατήρησα, ἦταν γυάλινο) καί ἀπαίτησα τό κλειδί μου ἀπό τόν ἄθλιο ρεσεψιονίστ: «τό 107 ἐπειγόντως» τοῦ εἶπα καί μᾶλλον θά φαινόμουν πιό ἄρρωστος ἀπό τήν ὑπόλοιπη ὁμήγυρη, διότι τσακίστηκε νά μοῦ δώσει τό κλειδί καί  νά μοῦ εὐχηθεῖ καλή ξεκούραση, ἐνῶ ἀκόμα καί τό μάτι τοῦ παπᾶ μοῦ φάνηκε ὅτι μέ κοιτοῦσε (ἐμένα!) μέ οἶκτο.

.

Ἀνέβηκα στό δωμάτιό μου τρέχοντας. Ἦταν ἕνα δωμάτιο χωρίς περισπασμούς καί χωρίς κινδύνους: ἕνα ξύλινο κρεββάτι, ὑπόλευκο χρῶμα στούς τοίχους, γυμνοί γλόμποι, ξύλινη ντουλάπα βαμμένη μέ λαδομπογιά, ἕνα μικρό παράθυρο πού ἔβλεπε σέ φωταγωγό˙ ἀπολύτως τίποτε ἄλλο. Ἔβγαλα ὅλα μου τά ροῦχα, μπῆκα στό μπάνιο καί κοιτάχθηκα στόν μικροσκοπικό καθρέφτη πάνω ἀπό τόν νιπτήρα. Ἤμουν πιό ἄσχημος καί πιό γερασμένος ἀπό ὅσο θυμόμουν, λόγῳ τοῦ ἡλίου μᾶλλον, ἢ ἄλλης αἰτίας πού δέν μποροῦσε ἐκείνη τή στιγμή νά ὁμολογηθεῖ. Λούστηκα, πλύθηκα, φόρεσα ἕνα φαρδύ πουκάμισο καί ἕνα ἀκόμη πιό φαρδύ παντελόνι, καί κατέβηκα. Οἱ παραλυτικοί ἦσαν ἀκόμη στή σάλα τοῦ ξενοδοχείου, κάθονταν σέ ὅλες τίς πολυθρόνες καί τούς καναπέδες καί παρίσταναν ὅτι ἔβλεπαν ἕνα σήριαλ στήν τηλεόραση, ἀλλά μόλις ἄκουσαν τά βήματά μου στή σκάλα στράφηκαν ὅλοι καί μέ κοίταξαν καί μέ παρακολουθοῦσαν καθώς ἄφηνα τό κλειδί καί μέ παρακολουθοῦσαν καθώς ἔφευγα, μέ παρακολουθοῦσαν μέ βλέμματα ἀδιάκριτα, κουνώντας, ὅσοι μποροῦσαν, τά κεφάλια τους.

.

Περπάτησα ὧρες πολλές, χωρίς νά ξέρω ποῦ θέλω νά πάω, προσπαθώντας ἁπλῶς νά ἀποφύγω τήν θάλασσα πού καραδοκοῦσε, μαύρη καί κατά πᾶσα πιθανότητα ψεύτικη. Θά ἦταν τρεῖς τό πρωί ὅταν κατέληξα σέ ἕνα μπάρ σχεδόν ἄδειο, μέ μουσική χωρίς χαρακτήρα, κάτι μεταξύ εὐνουχισμένης jazz καί ἄυλης lounge, πῆρα ἕνα ποτήρι λευκό κρασί καί κάθησα στό μπαλκόνι, σέ μία ξύλινη καρέκλα, μόνος. «Σέ μισήν ὥρα κλείνουμε» ἦρθε καί μοῦ εἶπε ὁ μπάρμαν καί ἐγώ ζήτησα νά μοῦ φέρει ὅλο τό μπουκάλι, τόν λογαριασμό καί ἕνα στυλό καί τόν διαβεβαίωσα ὅτι θά πρόφταινα νά τό τελειώσω ὥσπου νά κλείσουν. Μοῦ ἔφερε ἀμέσως τό μπουκάλι, τόν λογαριασμό καί τό στυλό, τόν πλήρωσα, τοῦ ἄφησα καί ἕνα γενναῖο φιλοδώρημα, πῆγε νά μοῦ πιάσει τήν κουβέντα, τοῦ εἶπα εὐγενικά ὅτι ἤθελα νά μείνω μόνος, μέ ἄφησε μόνο, πῆρα τήν ἀπόδειξη τῆς ταμιακῆς μηχανῆς, ἦταν τό μόνο διαθέσιμο χαρτί, καί ἄρχισα νά γράφω αὐτά πού ἤθελα νά γράψω ἀπό ὥρα ἀλλά τό κεφάλι μου εἶχε καεῖ καί δέν μποροῦσα.

.

Τό χαρτί ἦταν λίγο, ἀναγκάστηκα νά γράφω μέ πολύ μικρά, ἐλάχιστα γράμματα, ἦταν ἀμφίβολο ἂν θά μποροῦσα ποτέ  νά τά διαβάσω, ἔγραφα βεβαίως γιά τήν θάλασσα, ὅτι ἦταν ψεύτικη, ἔγραφα ὅτι δέν πῆγα ποτέ στό νησί, ὅτι δέν ἔμεινα στό ξενοδοχεῖο «Παρακλαυσίθυρον» ἐξάλλου δέν ὑπῆρχε ξενοδοχεῖο μέ τέτοιο ὄνομα, οὔτε οἱ ἐνορίες ὀργάνωναν ἐκδρομές στά νησιά γιά τούς παραλυτικούς καί τούς παραγκωνισμένους˙ ἔγραφα ὅτι ἐπίκειται ἡ ἡμέρα τῶν γενεθλίων μου, τά ὁποῖα θά ἑόρταζα ἀνδρός δεόμενος, ἔξω ἀπό κάποια πόρτα γιά τήν ὁποία δέν ὑπῆρξε, οὔτε ποτέ θά ὑπῆρχε, κλειδί. Ὕστερα πέταξα τήν ἀπόδειξη, γέμισα τό ποτήρι μου, ἔγειρα στήν κουπαστή καί κοίταξα κάτω.

 

.Τό μπαλκόνι ἔβλεπε στή θάλασσα. Ἦταν μαύρη καί κατά πᾶσα πιθανότητα ψεύτικη. Πολύ κοντά στή βραχώδη ἀκτή κολυμποῦσε ἕνας νεαρός ἄνδρας, γυμνός, ἐξαίσιος˙ εἶχε μόλις γιορτάσει τά γενέθλιά του κλειδωμένος σε ἕνα σπίτι ἀπό το ὁποῖο ὀνειρευόταν πώς εἶχε δραπετεύσει.

~Νεκρή Φύση, εκδ.  Bibliotheque,2016~

Art: Αvory Palmer

 

 

 

 

Advertisements

George Le Nonce, Tα Θεοφάνεια

9718073925_d6ed357079_o  .

Τη νύχτα της παραμονής,

μας έλεγε μέσα σε αναφιλητά

« δεν είναι που πονώ, συνήθισα

κλαίω για να μη φύγω άκλαυτος »

.

Το πρωί,

όλοι οι  συγγενείς στο λεωφορείο

ταξίδι προς τον τόπο της ταφής.

Το φέρετρο στον χώρο των αποσκευών,

το σώμα του να μουσκεύει μες στα ίδια του τα δάκρυα.

.

Το απόγευμα,

ο αγιασμός των χωμάτων.

~από τη συλλογή,   Ο Εμονίδης εκδ. Μικρή άρκτος, 2013~

Art: Christopher mckenney

.

.