Αλέξανδρος Μπάρας, Επίθυρα χεράκια

.

 

%cf%83%cf%80%ce%b5%cf%84%cf%83%ce%b5%cf%82_spetses_007.

Στο Φανάρι, στη Σμύρνη και στη Σύρα,

πάντα πολύ σας πρόσεξα,

μπρούτζινα εσάς για κρούσιμο χεράκια

στις ξώθυρες των ήσυχων σπιτιών.

Κλεισμένα,

σας έβαλε ο τεχνίτης να κρατάτε

μια σφαίρα σαν κορόμηλο μικρή.

Στιλβωμένα πάντα περιμένετε.

Ο δρόμος είναι ήσυχος.

Όπου να ΄ναι κάποιος θα ΄ρθει…

Ω επίθυρα χεράκια,

τι ωραίο να ΄στε ανόμοια!

Καθώς τ΄ανθρώπινα,

κανένα σας μ΄ έν΄ άλλο να μη μοιάζει!..

Καθένα  με την έκφρασή σας

σας έκανε ο τεχνίτης:

άλλα βουβά, μικρόχαρα, χυδαία,

με μάταιη δύναμη,

σαν αρπαγμένη

τη μικρή σας σφαίρα

με δάχτυλα σφιγμένα να κρατάτε,

κι άλλα σας αλαφρά, χαριτωμένα,

καθώς κρατάει κρινοδάχτυλος το σκήπτρο

στις παλιές νησιώτικες εικόνες

ο μικρός Ιησούς, αναπαυμένος

στην αγκαλιά της Κεχαριτωμένης!

[…]

Photo: Ρόπτρο σε θύρα στις Σπέτσες, via google

.

.

Advertisements

Ελένη Κοφτερού [χωρίς τίτλο]

david-lynch

.

Μετά από 43 χρόνια
σίγησε το τηλέφωνο μαμά
κι έμειναν ορφανές
οι κλήσεις κι οι προθέσεις μας.
Το διακόψαμε

αφού πια δεν θα το χρειαστείς
στο ανάερό σου σπίτι.

Κάθε που αλλάζει ο καιρός
μουδιάζουνε τα νούμερα
βαθιά μες στις κλειδώσεις
κι ύστερα φεύγουνε μαζί με τη βροχή
με προορισμό το χώμα.

Το ξέρω είναι απίθανο
μα εσύ έχε το νου σου…

Διαθέτει υπόγεια η σιωπή.
Καμιά φορά ανοίγουνε
μ’ έναν οικείο αριθμό

Αrt: David Lynch

.

.

 

Χρήστος Κατρούτσος, Μες στις υποθέσεις

timed_rabbit_chess_by_kazytc.png

 .

Μες στις υποθέσεις

Η αιμοστάλακτη βεβαιότητα

Τα χέρια να ξεπλένει

Στην παλιρροϊκή απουσία τού αν

Θα τραυματιστώ

Αν η συγκομιδή του φόβου

Ξεπεράσει τη σύληση των αρωμάτων

Που δεν θα τα μυρίσεις

Στο αν

Που ακόμη χρόνο δεν έχει

Κι όμως, γίνεται το στιβαρό παρόν

Πρωτοχρονιά δίχως να σημάνει δώδεκα.

Δρύας

Ορφέας

Έβρος

Ποτάμι

Κομμάτια

Ώρες

Λεπτά που ατροφούν.

Όσο νωρίτερα κι αν έρχεται

Το αν του φόβου, του λειψού

Τόσο λαχανιάζει πίσω του η ζωή

Και αλληθωρίζει η όσφρηση

Στην τριαντάφυλλη αμφιβολία

«Την έκοψα απ΄ τον γκρεμό που έσφαζε

Την παραλία

Όταν

Το να εξέπεσε σε αν

Ήμασταν

Τόσο έτοιμοι για το ποτέ»

Και οι κλεψύδρες κλαίνε

Τη χαμένη άμμο

Δίχως λόγο να στραφούν

Δίχως την πτητική ανάσα

Επάνω του                          στραμμένοι

Μας κυνηγά ένα ακίνητο τζάμι

Άθραυστο και προκαλεί την πιο βαθιά κοπή

Του Σεπτεμβρίου˙

Πίσω του σπαράζει

Σαν ψάρι που αναπνέει αέρα το χαμόγελο.

Art: by Kazytc

.

.

 

Βασίλης Στεριάδης, Βενιαμίν

avery-palmer-4

.

Χ

Η γεύση από την περασμένη μέρα θα ξανάρθει στο σχολείο

Με τα βλακώδη ανέκδοτα. Νυστάζω και νυστάζεις

Σκέφτομαι ο Βενιαμίν θα κοιμηθεί.

Ο καινούργιος φίλος μου ο Βενιαμίν είναι αριστούργημα

νοικιάζει ένα ποδήλατο τρία τάλιρα την ώρα

πηγαίνει μόνος του στη λίμνη όπου έβαψαν κόκκινο τον κύκνο

ύστερα ο κύκνος ξέβαψε

πέρασαν πάνω του τα λεωφορεία

οι νέες πινακίδες τώρα γράφουν «Εγνατία Οδός»

Η Τζένη περνάει λοξά τον ίδιο δρόμο

μοίρασε τα μαθήματα σε δυο μεγάλες πολιτείες

μια βορεινή μια νότια

εγώ όπως ξέρετε

κήρυξα πόλεμο με τα αμφιθέατρα κι ήρθα εδώ.

Ο φίλος μου ο Βενιαμίν παράτησε τη γωνιά του στο πανεπιστήμιο

καβάλησε ένα θερμόμετρο με υδράργυρο

κι ανέβηκε όπως ο πυρετός στο ρετιρέ

έπεσε ο πυρετός κι εκείνος σκοτώθηκε.

Τώρα είναι ήσυχος

μες το θάνατο κι απύρετος

η παρουσία του ανεβαίνει σταθερά

το πρόσωπό του διαβαθμίζεται

σημειώνει επιτυχία

~Ο κύριος Ίβο -Το ιδιωτικό αεροπλάνο, εκδ. Κέδρος,2000~

Art: Avery Palmer

Πέτρος Σκυθιώτης, Συνθήκη ισορροπίας

   evolution

 .

Ο άνθρωπος -οριγκάμι
τσάκιζε απ’ όλες τις πλευρές
και στο τέλος πήρε
τη μορφή
ανθρώπου
με χάρτινο σώμα
και ψυχή καμένου δάσους
γι’ αυτό και οι Ιάπωνες
τον ονόμασαν
ποιητή.

 ~Συνθήκη Ισορροπίας, εκδ ΘΡΑΚΑ 2014~

Photo: Origami art, evolution

.

.

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Παράξενος Ελκυστής

 

sauco

.

 

τᾶ]ς κε βολλοίμαν ἔρατόν τε βᾶμα

κἀμάρυχμα λάμπρον ἴδην προσώπω,

Το λικνιστό της βάδισμα ποθώ

το φωτεινό της πρόσωπο να δω*

Σαπφώ

Περιδινίζω το δέρμα

σε χορό ελλειπτικό

στροβιλισμός πυρήνα

σε κενό φως

δίχως αποδέκτη.

.

Στο έμπα των ματιών σου

χάνω το ρυθμό

ζαλίζομαι παραπατώντας κύ-

μα γίνομαι ρεύμα ραδιενεργό

-ηλεκτρική θάλασσα-

κι αν Πρωτέας στο βυθό μοιραία

δραπετεύοντας τα πουκάμισά σου αλλάζω

για να σου είμαι όμορφη

η πλάτη μου έχει πάρει  το σχήμα του έρωτά σου

.

Είμαστε

στο χάσιμο  του σφυγμού

στο θόρυβο πίσω από τη  μελωδία

στα παράσιτα κάτω από  τον ήχο

στο σφάλμα μετά την πρόσθεση

στο αχ!  του σπασμού

στην αρχή πάντα  –  είμαστε-

.

Η έλξη μας άλμα σε γκρεμό

παράξενη καταστροφή

έσκασε η σαπουνόφουσκα

χωρίς αιτία επανάσταση

μα  άξαφνα  κατάλαβα

– στο  α   πάντοτε είμαστε –

κι έγινα τόσο χαρούμενη για αυτό

.

(από υποκλοπή τηλεφωνικών συνομιλιών ανάμεσα σε Julia και Thom)

 

~πρώτη δημοσίευση staxtes.com 5/01/2016~

* οι δυο στίχοι της Σαπφώς σε απόδοση από τον Κώστα Τοπούζη, εκδ. Επικαιρότητα 1997

Art: Sauco

.

.

 

George Le Nonce, Παρακλαυσίθυρον

 

avory-palmer

.

Καί ἡ θάλασσα ψεύτικη: ἡ φράση μοῦ ἦρθε ξαφνικά, μέρα μεσημέρι. Ἤμουν, ὅμως, μέσα στή θάλασσα, ἤμουν ἤδη στά βαθιά, τό παγωμένο νερό μοῦ εἶχε κόψει τήν ἀνάσα, μέ δυσκολία κρατοῦσα τό κεφάλι μου πάνω ἀπό τήν ἐπιφάνεια, ὁ ἥλιος μέ τύφλωνε, δέν μποροῦσα νά δῶ ποῦ ἦταν ἡ ἀκτή, ἀλλά δέ φοβόμουν, ἀντιθέτως, ἤμουν εὐτυχής, ἐτοῦτο τό καλοκαίρι μοῦ εἶχε λείψει ἡ θάλασσα καί ὤφειλα νά εἶμαι εὐγνώμων γιά  τίς τρεῖς αὐτές μέρες στό νησί, γιά τά τρία μεσημέρια πού θά περνοῦσα, ἐπιτέλους, μέσα στή θάλασσα. Δέν ξέρω πῶς ἔγινε καί βρέθηκα, ὡς ἐκ θαύματος, λίγα λεπτά ἀργότερα, στήν ἀγαπημένη μου βραχώδη ἀκτή, γυμνός καί ἀσθμαίνων. Φόρεσα τά μεγάλα μαῦρα γυαλιά μου, ἄνοιξα τό βιβλίο τῶν θανάτων καί ἀφοσιώθηκα στούς μονολόγους τῶν νεκρῶν ὥστε νά μήν παρασυρθῶ καί ξανακοιτάξω τήν θάλασσα, ὥστε νά μήν ἀναρωτηθῶ ἂν ἦταν πράγματι ἐκεῖ. Διάβαζα ἐμμονικά, μέ τίς ὧρες, ὁ ἥλιος ἔκαιγε τό σῶμα μου, ἔκαιγε τό μέτωπό μου, ἀλλά συνέχισα, χωρίς νά μετακινηθῶ, τό στόμα μου στέγνωσε, ἄρχισα νά ζαλίζομαι, ἀλλά συνέχισα, ὥσπου νύχτωσε τόσο πού δέν μποροῦσαν πιά τά μάτια μου νά διαβάσουν, ἔκλεισα τό βιβλίο, ντύθηκα, καί ἐπέστρεψα στό ξενοδοχεῖο «Παρακλαυσίθυρον» ὅπου εἶχα κλείσει δωμάτιο χωρίς θέα.

.

Στό ξενοδοχεῖο εἶχε μόλις καταφθάσει ἕνα γκρούπ ἀναξιοπαθούντων. Ἕνας παπάς καί δύο ἀνέστιες καντηλανάφτισσες τούς συνόδευαν. Προσπαθοῦσαν, σέ συνεργασία μέ τόν ἡλικιωμένο καί μᾶλλον δυσκίνητο ρεσεψιονίστ, νά διευθετήσουν τίς λεπτομέρειες τῆς διανυκτέρευσης. Στή σάλα τοῦ ξενοδοχείου συνωστίζονταν λοιπόν γέροι σέ ἀναπηρικές καρέκλες, ἔφηβοι μέ ἀρρώστιες τοῦ μυαλοῦ, παιδιά φαλακρά ἀπά χημειοθεραπεῖες, νάνοι μέ τεράστιες φουσκωτές καμποῦρες, κορίτσια μέ πρόσωπα παραμορφωμένα ἀπό ἐγκαύματα. Κράδαιναν ὅλοι σταυρούς καί εἰκονίσματα, ἐνῶ ἔντονη ἦταν ἡ ἀποφορά τῶν θυμιαμάτων. Ἔσπρωξα τόν παπά (τό ἕνα μάτι του, παρατήρησα, ἦταν γυάλινο) καί ἀπαίτησα τό κλειδί μου ἀπό τόν ἄθλιο ρεσεψιονίστ: «τό 107 ἐπειγόντως» τοῦ εἶπα καί μᾶλλον θά φαινόμουν πιό ἄρρωστος ἀπό τήν ὑπόλοιπη ὁμήγυρη, διότι τσακίστηκε νά μοῦ δώσει τό κλειδί καί  νά μοῦ εὐχηθεῖ καλή ξεκούραση, ἐνῶ ἀκόμα καί τό μάτι τοῦ παπᾶ μοῦ φάνηκε ὅτι μέ κοιτοῦσε (ἐμένα!) μέ οἶκτο.

.

Ἀνέβηκα στό δωμάτιό μου τρέχοντας. Ἦταν ἕνα δωμάτιο χωρίς περισπασμούς καί χωρίς κινδύνους: ἕνα ξύλινο κρεββάτι, ὑπόλευκο χρῶμα στούς τοίχους, γυμνοί γλόμποι, ξύλινη ντουλάπα βαμμένη μέ λαδομπογιά, ἕνα μικρό παράθυρο πού ἔβλεπε σέ φωταγωγό˙ ἀπολύτως τίποτε ἄλλο. Ἔβγαλα ὅλα μου τά ροῦχα, μπῆκα στό μπάνιο καί κοιτάχθηκα στόν μικροσκοπικό καθρέφτη πάνω ἀπό τόν νιπτήρα. Ἤμουν πιό ἄσχημος καί πιό γερασμένος ἀπό ὅσο θυμόμουν, λόγῳ τοῦ ἡλίου μᾶλλον, ἢ ἄλλης αἰτίας πού δέν μποροῦσε ἐκείνη τή στιγμή νά ὁμολογηθεῖ. Λούστηκα, πλύθηκα, φόρεσα ἕνα φαρδύ πουκάμισο καί ἕνα ἀκόμη πιό φαρδύ παντελόνι, καί κατέβηκα. Οἱ παραλυτικοί ἦσαν ἀκόμη στή σάλα τοῦ ξενοδοχείου, κάθονταν σέ ὅλες τίς πολυθρόνες καί τούς καναπέδες καί παρίσταναν ὅτι ἔβλεπαν ἕνα σήριαλ στήν τηλεόραση, ἀλλά μόλις ἄκουσαν τά βήματά μου στή σκάλα στράφηκαν ὅλοι καί μέ κοίταξαν καί μέ παρακολουθοῦσαν καθώς ἄφηνα τό κλειδί καί μέ παρακολουθοῦσαν καθώς ἔφευγα, μέ παρακολουθοῦσαν μέ βλέμματα ἀδιάκριτα, κουνώντας, ὅσοι μποροῦσαν, τά κεφάλια τους.

.

Περπάτησα ὧρες πολλές, χωρίς νά ξέρω ποῦ θέλω νά πάω, προσπαθώντας ἁπλῶς νά ἀποφύγω τήν θάλασσα πού καραδοκοῦσε, μαύρη καί κατά πᾶσα πιθανότητα ψεύτικη. Θά ἦταν τρεῖς τό πρωί ὅταν κατέληξα σέ ἕνα μπάρ σχεδόν ἄδειο, μέ μουσική χωρίς χαρακτήρα, κάτι μεταξύ εὐνουχισμένης jazz καί ἄυλης lounge, πῆρα ἕνα ποτήρι λευκό κρασί καί κάθησα στό μπαλκόνι, σέ μία ξύλινη καρέκλα, μόνος. «Σέ μισήν ὥρα κλείνουμε» ἦρθε καί μοῦ εἶπε ὁ μπάρμαν καί ἐγώ ζήτησα νά μοῦ φέρει ὅλο τό μπουκάλι, τόν λογαριασμό καί ἕνα στυλό καί τόν διαβεβαίωσα ὅτι θά πρόφταινα νά τό τελειώσω ὥσπου νά κλείσουν. Μοῦ ἔφερε ἀμέσως τό μπουκάλι, τόν λογαριασμό καί τό στυλό, τόν πλήρωσα, τοῦ ἄφησα καί ἕνα γενναῖο φιλοδώρημα, πῆγε νά μοῦ πιάσει τήν κουβέντα, τοῦ εἶπα εὐγενικά ὅτι ἤθελα νά μείνω μόνος, μέ ἄφησε μόνο, πῆρα τήν ἀπόδειξη τῆς ταμιακῆς μηχανῆς, ἦταν τό μόνο διαθέσιμο χαρτί, καί ἄρχισα νά γράφω αὐτά πού ἤθελα νά γράψω ἀπό ὥρα ἀλλά τό κεφάλι μου εἶχε καεῖ καί δέν μποροῦσα.

.

Τό χαρτί ἦταν λίγο, ἀναγκάστηκα νά γράφω μέ πολύ μικρά, ἐλάχιστα γράμματα, ἦταν ἀμφίβολο ἂν θά μποροῦσα ποτέ  νά τά διαβάσω, ἔγραφα βεβαίως γιά τήν θάλασσα, ὅτι ἦταν ψεύτικη, ἔγραφα ὅτι δέν πῆγα ποτέ στό νησί, ὅτι δέν ἔμεινα στό ξενοδοχεῖο «Παρακλαυσίθυρον» ἐξάλλου δέν ὑπῆρχε ξενοδοχεῖο μέ τέτοιο ὄνομα, οὔτε οἱ ἐνορίες ὀργάνωναν ἐκδρομές στά νησιά γιά τούς παραλυτικούς καί τούς παραγκωνισμένους˙ ἔγραφα ὅτι ἐπίκειται ἡ ἡμέρα τῶν γενεθλίων μου, τά ὁποῖα θά ἑόρταζα ἀνδρός δεόμενος, ἔξω ἀπό κάποια πόρτα γιά τήν ὁποία δέν ὑπῆρξε, οὔτε ποτέ θά ὑπῆρχε, κλειδί. Ὕστερα πέταξα τήν ἀπόδειξη, γέμισα τό ποτήρι μου, ἔγειρα στήν κουπαστή καί κοίταξα κάτω.

 

.Τό μπαλκόνι ἔβλεπε στή θάλασσα. Ἦταν μαύρη καί κατά πᾶσα πιθανότητα ψεύτικη. Πολύ κοντά στή βραχώδη ἀκτή κολυμποῦσε ἕνας νεαρός ἄνδρας, γυμνός, ἐξαίσιος˙ εἶχε μόλις γιορτάσει τά γενέθλιά του κλειδωμένος σε ἕνα σπίτι ἀπό το ὁποῖο ὀνειρευόταν πώς εἶχε δραπετεύσει.

~Νεκρή Φύση, εκδ.  Bibliotheque,2016~

Art: Αvory Palmer