Ιφιγένεια Σιαφάκα, Ο Ερωδιός

 

Kevin Sloan

.

Τσόφλια οι λέξεις από το μένος της σκεπής τους, την ώρα που ένας μικρός ερωδιός με τα μακριά του πόδια βαλσαμωμένη άνοιξη αναγγέλλει επάνω στο αυγό του. Είναι στο βόρειο πόλο η φωλιά του. Θα κατηγορηθεί γι’ ανατροπή, και θα έχουν δίκιο. Όμως αρκεί ένα ελαφρύ γλίστρημα πάγου στα ρουθούνια, μία απαλή ρωγμή στη γύψινη κρούστα μιας ιδέας και λίγα μόλις δευτερόλεπτα σιωπής ν’ αφουγκραστείς πώς αιωρούνται νύχια ασέληνα στο ράμφος του επάνω. Η έλλειψη φωτός δημιουργεί ενίοτε συγχύσεις. Να, το ελαφρυντικό λοιπόν για να ξανάβρει ο ερωδιός τη μυθική διάστασή του: κάποτε έτρωγε τους οφθαλμούς των άλλων, μπορεί ελεύθερα να κινηθεί προς τους δικούς του τώρα..

~Tο πλεκτό κι άλλες πλεκτάνες, εκδ. Αrs Poetica~

Painting: Kevin Sloan

.

.

 

Advertisements

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το ρόδι

Ilya Zomb

.

 Διαρρηγμένη σαν ρόδι Απορροφήθηκε το χρώμα στα χείλη του περιπατητή Η σκιά αναστράφηκε σε πρόσωπο Ευτυχώς υπήρξε συνεχής ροή χυμού ενδοφλεβίως στης λογικής την επιτήρηση που Πήρε τελικά αργία και άμμο μες στο κουβαδάκι Μπρος στο ακατάληπτο κόκκινο περί:γραμμα του ανθρώπου Να παίξω, είπε, Αυτός στροβιλιζόταν Δεν είχε χρόνο πλέον Μες σ’ ένα μικρό τόσο δα μικρό μικρούλικο κουκούτσι από ρόδι Κανείς δεν πίστευε πως θα ήταν τόσο ευρύχωρο να περιθάλψει στιγματισμένα meli Αποκομμένα γενέσθαι κυρίως των πραγμάτων. Πρώτα τον τρόμο και κατ’ επέκτασιν τη μνήμη.

~Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, εκδ.Ars poetica, 2013~

Painting: Ilya Zomb

.

.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σαζ, έρχεται βροχή

1901460_10151950937091485_1123226064_n

.

Ο Μπέντ Σόουλ, ο ψαράς, άπλωνε δίχτυα και σουρούπωνε τα φρύδια κι ανυπερθέτως έραβε κι έκοβε χοντρόλογα μαζί με κάτι γόνους απ τους παλιούς του δυναμίτες. Δίπλα ,καθότανε η Σαζ, τσαλακωμένη σ’ ένα λινάρι μπλε με ορχιδέες και φτερούγες, μια χοντροκώλα ράφτρα στα πενήντα και γυναίκα του. «Σαζ, έρχεται βροχή», είπε απλώς ο Μπεντ, και ρεύτηκε στο ρήμα ένα βαρύ ζεϊμπέκικο απ’ το νότο, φτύνοντας μια ματιά κοφτή στ’ αρρενωπά αχαμνά του ήλιου, που βασίλευε.

Το πλεκτό κι άλλες πλεκτάνες, Ars Poetica,2013

photo:via google

.

.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, εκδόσεις Ars Poetica

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, εκδόσεις Ars Poetica

Πώς το σφύριγμα ενός τρένου επιδρά σε μία σούπα; Tι σχέση μπορεί να έχει το ψεγάδι ενός σερβίτσιου με την επιλογή ενός παλτού; Πώς η παρασκευή της μαρμελάδας τριαντάφυλλου ενώνει ερωτικά δυο άντρες; Με ποιον τρόπο το σώμα απαντά στη μνήμη και πώς η μνήμη καταγράφεται στο σώμα; Είναι ικανό ένα γράμμα να στηρίξει μιαν ολόκληρη ζωή; Tι επιδιώκει ο κ. Μπιφ περιφερόμενος με μια τρύπια καρέκλα που μόλις κληρονόμησε; Ποια είναι η νέα μέθοδος Πλεκτού της γηραιάς αράχνης αυτοκράτειρας, ποια πλεκτάνη κρύβεται στους νέους τρόπους διακυβέρνησης της Αυτοκρατορίας του Πλεκτού και πώς θα αντιδράσουνε τα ζώα;

Αυτά και πολλά ακόμη ερωτήματα αναζητούν απάντηση σε 27 «αφηγήματα ανάδρομων πλέξεων». Κοινός άξονας των ιστοριών είναι οι ανάδρομες κινήσεις της σκέψης των ηρώων: αν και δρουν σε διαφορετικές σελίδες μυθοπλασίας —ρεαλιστικές, υπερρεαλιστικές, σε αυτές του παραμυθιού ή του εσωτερικού μονολόγου, στον κόσμο του μαγικού ρεαλισμού ή στο χώρο που το επέκεινα της ποιητικής προσέγγισης επιφυλάσσει—, όλοι οι ήρωες προσεγγίζονται ως θύματα και θύτες ταυτόχρονα μίας «πλεκτάνης».

Άλλοτε κινούνται κατακερματισμένοι στο χωρόχρονο, άλλοτε συμβολοποιούν την πτώση τους, ενεργώντας εν αγνοία τους, κι άλλοτε, σε μία ύστατη προσπάθεια αυτοσυνειδησίας, έντρομοι ανακαλύπτουν. Η γλώσσα τους παρακολουθεί στενά, ανάδρομα και με διαφορετικό επίσης τρόπο, για να τους προσδιορίσει ως φορείς ενός μοναδικού και ιδιαίτερου κάθε φορά λόγου, ο οποίος επιχειρεί να τους ακούσει, να τους κατανοήσει, να τους αποκρυπτογραφήσει και να τους καταγράψει εντέλει με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια.

.

Steven Kenny_n

.

«Τι να την κάνω τη συγγνώμη σου τώρα;»  
 είπα, και συνέχισα το δρόμο μου
βάζοντας δύο κέρματα
στα μάτια του γερο-ζητιάνου
που άκουσε τα ιώδη και πέτρωσε.
 
Στο μεταξύ είχε νυχτώσει πολύ…
Μέσα κι έξω από το σώμα.

Στέλλα Δούμου-Γραφάκου, Πινόκιο

(Στη Στέλλα)

Κάθισαν και οι δυο τους στην ακροθαλασσιά, πλάτη με πλάτη, ένα βουβό κύρτωμα της μέσης και με γερμένα τα κεφάλια, αιθέρια ασώματοι και οι δυο τους κολυμπούσαν σε μια παλέτα με πινέλο σπαρταρίσματος ψαριού· γύρω τους, μια σπείρα από ανάμνηση δέρματος ανθρώπου, κάτι σαν λώρος τυλιγόταν χνουδωτό σε μιαν απόχρωση αιμόφυρτου τοπίου. Πλησίαζε η ώρα για το δείλι να ξαποστάσει το βύθισμα του ήλιου στο νερό και στις σκιές του άντρα, της γυναίκας, που ηδονή ξαπλώνανε στα βότσαλα —κατάλευκα, λεία, στρογγυλά, ερμητικά κλειστά στους πόρους μιας στιλπνής σιωπής, από την εγκατάλειψη στους αστραγάλους των μεγάλων μαύρων βράχων, έκαναν πλάτες στην πανουργία που, όπου να ’ταν, θα φιλούσε στο αιδοίο το σκοτάδι. Λαίμαργα ξάφνου ο ήλιος έβρασε ένα πορτοκαλί καυτό από νεράντζι μες στα στομάχια του πελάγους, κι αυτοί —τους ρώτησα σας λένε πώς;— δεν ήξεραν, μόνον ψιθύριζαν κάτι ακαταλαβίστικα σπουργίτια, κάτι αλαφροδαίμονα παφλάσματα στα χείλη. Έφυγα κλαίγοντας, ξυπόλητος και με αγκίθες από αχινούς να ερεθίζουν τις πατούσες, κι όλα τα νεύρα απολήγαν σε σκέψεις μελανές, πιο πέρα χτυπούσανε χταπόδια (…) Ώσπου ήρθε η Σύλβια, ένα βράδυ, σταμάτησε εμένα, τα βήματα, δεν ξέρω… θυμάμαι πως ήταν λίγο σκοτεινά και πως απέναντι έβλεπα ένα εστιατόριο κι ένα σινεμά που έπαιζε γουέστερν και πορνό, μου ζήτησε φωτιά, πολύ απλά, δεν έχω αναπτήρα, είπε, και χαμογέλασε λίγο ενοχικά, λίγο άβολα, ίσως και με μία αφέλεια παιδική, ανασηκώνοντας τους ώμους σε κάτι μπουκλάκια καστανά. Φορούσε ένα κοντό, σχεδόν αραχνοΰφαντο φουστάνι, στο χρώμα της άμμου ήταν, το καλοκαίρι βαρύ, αποπνικτικό σχεδόν, αλλά η Σύλβια με κοίταξε, μου φάνηκε; όχι… με κοίταξε… έτσι όπως τραβούσε την πρώτη ρουφηξιά, με κείνη τη φυσικότητα των εραστών που έχουν ζήσει πριν απ’ αυτούς και το μελλοντικό τους παρελθόν. (…)

(Απόσπασμα από το αφήγημα Σώματα)

 Photos: Hieronymous Bosch, Steven Kenny

.

.

Το τραγούδι του λύγκα

Ενύπνια Ψιχίων

.

Κρώζοντα πουλιά πετάριζαν ήχο καλπάζοντα από το βάθος της σπηλιάς, σκοντάφτοντας το βόμβο τους σε σιω­πηλό λεπίδι, βράχους παλιούς, όπου δεν έπαυε η θάλασσα οδυνηρά να τρίβεται, το τύμπανο του αυτιού του να ξεσκίζει. Σιγή μετά. Ώσπου γλιστρήματα σκιών ιλιγγιώδη τσά­κισαν τις φτερούγες τους με πάταγο – τινάχτηκε το αγόρι –, έτσι όπως ρίχτηκαν στα μάτια του τυφλές απ’ το πολύ το φως, αλλά δεν ήταν νυχτερίδες. Το τύμπανό του ξεσκιζόταν.

DIN068-REGRESSIO

Ένιωσε τότε σαν βελούδο στο λοβό μια άχνα παγωμένη, πριν γέλιο γυναίκας τσακισμένο. Γύρισε, είδε. Στόμα. Όχι στόμα, ήξερε ότι δεν, αλλά ένιωθε ότι ήταν στόμα, γι’ αυτό και άπλωσε τα παιδικά του χέρια να το αγγίξει δίχως να φοβάται, δόντια δεν έβλεπε άλλωστε ούτε χείλη, ήχος δασύς από ανάσα ακουγόταν μόνο. Κίνησε, άπλωσε αργά τα μπλε βαμβακερά χεράκια, με τους πορτοκαλιούς αρκού­δους που έπιναν γάλα στο κρεβάτι, το στόμα να θωπεύσει, μαζί νωχελικά να αγαπηθούνε. Δεν πρόλαβε…

View original post 189 more words