Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία

Felice Casorati

 .

Να ‘χυνες τα χέρια σου

μέσα σ’ αυτή τη φοβερή πληγή

ν’ απίθωνες μιαν υγρασία φιλιού στο μέτωπό μου

μ’ ένα χαμόγελο να μου έπλενες τα μάτια

κόρη με τα χρυσάνθεμα μαλλιά

χέρια από αγιόκλημα/αίμα πνιγμένο μες στα γιασεμιά

άνοιξη ανάμεσα στα χέρια της Αγάπης

Να ‘σκυβες με μια θάλασσα φτερούγα πάνω μου

Θα σε κρατούσα σαν φλύαρο νερό στις φούχτες μου

σαν φυλλωσιά από άστρα.

Θ’ ανέμιζα, έπειτα, το φόρεμα της αστραπής σου στον κόσμο

κατάματα στο θάνατο προτού χυθώ

βροχή απ’ τα μάτια μου στα μάτια σου

βροχή απ’ το σώμα μου στο σώμα σου…

Έπειτα θα μπορούσα ακόμα και να σε ξεχάσω

αίμα πνιγμένο μες στα γιασεμιά

ανοιξη στα χέρια της Αγάπης.

Μα έχεις και συ ανάμεσα στα φρύδια/την ίδια σπαθιά πίκρας

τον ίδιο κόμπο υπομονής στα χείλη σου δαγκώνεις

καίει τα χέρια σου ο ίδιος λυγμός τιμόνι-Πρόσεχε!

Τρέμεις σαν δάκρυ σε βασανισμένο βλέφαρο

η κόμη σου αντηχεί στον άνεμο-μια μυρουδιά δαφνόφυλλου

υποφέρεις από νιότη….

Έχεις και συ την ίδια ουλή ανάμεσα στα φρύδια.

ακόμα ένα βουνό, ακόμα ένα βάλτο

να πηδήσουμε κι αυτό το κύμα

να περάσουμε κι αυτή τη πτυχή αηδίας

ακόμα ένας χειμώνας, ακόμα μια άνοιξη

ακόμα ένας σφυγμός

Τα χέρια σου μυρίζουνε τα μανταρίνια όλης της γης

συνωμοσία χαμόγελου ξυπνάει στο πρόσωπό σου.

Δε θα βουλιάξεις! Στις κακοτοπιές

ένας ήλιος σε κρατάει από τις μασχάλες.

~Ψυχοστασία, εκδ. Ύψιλον~

.

.

Μιγέλ Λαμπορδέτα, Η νεκρώσιμη αηδία

Avery-Palmer-27
.

Η νεκρώσιμη αηδία
και η αηδία να είσαι άνθρωπος.
Η αηδία της πέτρινης γυναίκας
που υφαίνει διαφορετικά πόδια από σκόνη.
Η αηδία του ενστίκτου
που χορτάινει στη λύπη δίχως νόημα.
Η αηδία της σκέψης
που κοχλάζει σε άχρηστες ανάσες.
Η αηδία των φυλών που ανεβαίνουν
προς το σκοτάδι.
Όλες οι αηδίες συσσωρεύονται
και γεννούν έναν νυχτερινό τύμβο
πάνω στον οποίο υψώνεται
ο οχετός του κόσμου.
Η μεγάλη κάκοσμη αηδία
σαν πυώδες έμβρυο.
Η αηδία του κόσμου σε κομμάτια.
Όπου ο άνθρωπος χάνεται
πέρα μακρυά,
πνιγμένος από μα κραυγή δίχως αντίλαλο
από τον έρωτά του
από την ερώτησή του δίχως απάντηση.
Η αηδία της μοναξιάς.
Η αηδία των υπολοίπων.
Αηδία
που σβήνει μονάχα
τσακίζοντας μπροστά σ’ έναν καθρέφτη
τη χορταριασμένη νεκροκεφαλή
που μας σταμπάρει
ένα όνομα και μια δίψα.
Κλαίω, κλαίω, κλαίω.
Είναι ο ουρανός καλυμμένος με αγελάδες
και στο χέρι μου το πολικό αστέρι
τήκεται σε εμμηνόρροιες
κάποιας τρελής θεάς.
Αηδία.
Οι οδοκαθαριστές παραγεμίζουν τις σκούπες
ενώ φτύνουν τον Θεό απ΄το τηλέφωνο.
Ο άνεμος διαποτίζεται από σεντόνια και νιόπαντρους,
και κοιτάζω, κοιτάζω έκπληκτος, έντρομος
γεμάτος βούρκο,
πνιγμένος από αηδία.
Φοβάμαι
ο ηλιακός χορός συνεχίζεται.
Μια βοή στο αίμα μου
σβήνει,
αιωνίως αποτυχημένη.

μτφρ: Κώστας Βραχνός

~ Ελεγεία σχεδόν, εκδ. Κουκούτσι 2015~

.

.

Δήμητρα Χριστοδούλου, Πρώτη ή δέκατη πέμπτη

George Tooker,
.

Με το απολίθωμα του κόλαφου στα μούτρα
Γέροντες, πάντοτε πελάτες
Ενός κλειστού καταστήματος
Στέκονται μες στη βροχερή φωταψία,
Κλωτσούν το σκύλο που τριγυρίζει στα πόδια τους
Και εισπράτουν κάτι, αφού πρώτα
Φωτογραφηθούν βήμα-βήμα.
Κάποιοι αποφεύγουν το φακό δαγκώνοντας
Σαν τον σκορπιό την ουρά τους.
Άλλοι αντέχουν όπως άντεξαν
Μια νεότητα χωρίς ταμείο.

Μακρυά, ένα πιάτο με σταφύλια
Λάμπει σαν νύστα σιωπηλού μεσημεριού
Κι ανοίγει η βουή των κυττάρων
Ένα βιβλίο που ερμηνεύει τα όνειρα:
Τι σημαίνει αν ασπρίζουν τα κόκαλα
Σε μια ιματιοθήκη με λεβάντα;
Λίγη στάχτη απ’ την ομπρέλα που κλείνει;
Μια ακατανόητη ντροπή, ένα σφύριγμα
Λαδιού που καίγεται στο τηγάνι
ένα ολόκληρο δεκαπενθήμερο
Ως την επόμενη βροχή;

~ Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, εκδ. Μελάνι 2014~

Painting: George Tooker

Στέλλα Δούμου, Blue Lazarus

Blue Lazarus

.
Σου είπα να με περιμένεις, τι βιασύνη ήταν αυτή;
Πήγες και πέθανες!
Τώρα πρέπει να σε ξυπνήσω απ’ τον ξύλινο ύπνο. Με κάτι να σε δελεάσω. Γιατ’ η ψυχή έχει κολλήσει στο μέλι άλλων αισθήσεων και, όσο περνούν οι μέρες, πολλαπλασιάζεται η δύναμή της να μην θέλει. Πρώτα θα πρέπει ν’ ακούσεις την προστακτική φωνή μου, δυνατά∙ να κουφαθούνε όλα τα τελώνια που φυλάνε το πισωγύρισμα, τις σήραγγες, τα ξυραφένια περάσματα που γδέρνουνε το δέρμα, καθώς περνάει στο αμετάκλητο, για να ξεφλουδιστεί ο καρπός ο Μέγας∙ να γυρίσουνε οι τροχαλίες στο ανάποδο, να σε ρευτούνε πάλι οι δίνες του φωτός, να φορεθούνε ξανά τα μέσα έξω του ανάδρομου. Στο δρόμο θα σε τσιμπούν πολλές φωνές, νετρόνια και νετρίνα θα κλαίνε γοερά, καθώς θα τα πατάς όταν θα σχηματίζεσαι ξανά – εγώ με τη φωνή και την ανάσα μου να τα σωπαίνω πρέπει. Και τώρα, το δύσκολο σημείο: το Αθέατο από τη Μήτρα του να σε ξεγεννήσει. Να τεντωθώ τόσο πολύ για να το πείσω, να χαλαρώσουν οι μυώνες του, να τεντωθώ εγώ τόσο ώσπου να σπάσω σε χίλια των χιλίων αθώα του αίματος κύτταρα, και σκόνη και χώμα και νερό, να σ’ αναγεννήσω. Και ύστερα, δοκιμάζοντας στις άκρες των δαχτύλων το φως της μέρας, να είναι τόσο όσο πρέπει χλιαρό κι ανώδυνο όταν θά ’ρθεις, στα μάτια να σ’ αλείψω, ν’ αρχίσει ο κόσμος σου να σχηματίζεται ξανά.
Δεν είναι εύκολη δουλειά, κυρ-Λάζαρε, έτσι που τα ’κανες! Μα μόνον αυτό μη μου ζητήσεις. Τη λαλιά. Δεν θα ξαναμιλήσεις ανθρωπινά ποτέ. Όσοι γυρίζουν από Εκεί δεν γίνετ’ άλλη γλώσσα να μιλήσουν.

~από την ενότητα : Μέλισσες Σφουγγαρίζουν τις Κοιλάδες, Χαμηλές Οκτάβες εκδ. Φαρφουλάς, 2013~

Painting: Daniel Berkley .

.

.

Σύλβια Πλαθ, Λαίδη Λάζαρος

Ans Markus (15).

Το έχω κάνει ξανά
κάθε δέκα χρόνια το κατορθώνω
μια φορά –

κάτι σαν θαύμα ζωντανό, το δέρμα μου
φωτεινό σαν ναζιστικό αμπαζούρ,
το δεξί μου πόδι

ένα πρές-παπιέ,
το πρόσωπό μου λείο, φίνο
εβραίου λινό

Τράβα το προσόψιο
ω εχθρέ μου.
Μήπως τον τρόμο προκαλώ;-

Η μύτη, οι κόγχες των ματιών, η τέλεια οδοντοστοιχία;
Η ξινή ανάσα
σε μια μέρα θα χαθεί.

Σύντομα, σύντομα η σάρκα
που καταβρόχθισε του τάφου η σπηλιά
πίσω σ’εμένα θα γυρίσει

και θα είμαι μια γυναίκα χαμογελαστή.
Είμαι μονάχα τριάντα,
και σαν τη γάτα μπορώ να πεθάνω εφτά φορές.

Αυτή είναι η νούμερο τρία.
Τι σπατάλη
να εκμηδενίζεις κάθε δεκαετία.

Μυριάδες νήματα.
Το πλήθος που μασουλά φιστίκια
στριμώχνεται να δει
να με ξετυλίγουν απ’την κορυφή ως τα νύχια-
το μεγάλο στριπτίζ.
Κυρίες και κύριοι

αυτά είναι τα χέρια μου
τα γόνατά μου.
Μπορεί να είμαι πετσί και κόκαλο,

είμαι όμως η ίδια, απαράλλακτη γυναίκα.
Την πρώτη φορά που μου συνέβη ήμουν ΄δεκα.
Ήταν ατύχημα.

Τη δεύτερη φορά είχα σκοπό
για πάντα να κρατήσει και να μη γυρίσω πίσω.
Σφάλισα σφιχτά

σαν όστρακο.
Με κάλεσαν ξανά και ξανά
κι από πάνω μου τράβηξαν τα σκουλήκια σαν κολλώδη μαργαριτάρια.

Το να πεθαίνεις
είναι μια τέχνη, όπως καθετί.
Κι εγώ το κάνω εξαιρετικά καλά.

Το κάνω έτσι ώστε να μοιάζει κόλαση.
Το κάνω έτσι ώστε να μοιάζει αληθινό.
Έχω το χάρισμα, μπορείς να πεις.

Είναι εύκολο να το κάνεις μέσα σε ένα κελί.
Είναι εύκολο να το κάνεις και να μείνεις εκεί.
Αυτή όμως η θεαματική

επάνοδος στο άπλετο φως
στο ίδιο μέρος, στα ίδια πρόσωπα, στην ίδια βάρβαρη
εύθυμη κραυγή:

“Θαύμα!”
Με κάνει σκόνη.
Υπάρχει χρέωση

για τη θέαση των ούλων μου, υπάρχει χρέωση
για την ακρόαση της καρδιάς μου-
στ’αλήθεια χτυπάει.

Κι υπάρχει χρέωση, πολύ μεγάλη χρέωση
για μια λέξη, ένα άγγιγμα
μια στάλα αίμα

ένα κομματάκι απ’τα ρούχα ή τα μαλλιά μου.
Λοιπόν, λοιπόν, Herr Δόκτορα.
Λοιπόν,Herr Εχθρέ.

Είμαι το μεγαλούργημά σου,
είμαι το τιμαλφές σου,
το βρέφος από ατόφιο χρυσάφι

που λιώνει κι απομένει μια στριγκλιά.
Στριφογυρνώ και καίγομαι.
Μη νομίσεις πως τη μεγάλη σου έγνοια υποτιμώ.

Στάχτη,στάχτη-
σκαλίζεις κι αναδεύεις.
Σάρκα, κόκαλα. όλα χάθηκαν πια-

μια πλάκα σαπούνι,
μια βέρα,
ένα σφράγισμα χρυσό.

Herr Θεέ, Herr Εωσφόρε
φυλάξου
φυλάξου.

Μέσα απ’τη στάχτη
ανυψώνομαι με κόκκινα μαλλιά
τους άντρες κάνω μια χαψιά.

Μετάφραση : Κατερίνα Ηλιοπούλου
Άριελ ,εκδ. Μελάνι

Painting: Ans Markus.

.

.