Αγγελίνα Ρωμανού, Κλεμμένο Αντίδωρο

557308_200326870131229_925604412_n

.

Έπλενε τις πατούσες

με νερό βρασμένο στα

ασπρόρουχα της γέννας.

Γύρω απ’ τα μπούτια

σύρματα έδενε

/χιαστί/

σαν από μόδα βγαλμένα

-έτσι για να γελά-

και στην τρύπα του

λαιμού

παράχωνε μαντήλια

από βεδουίνων παζάρια

που ξαπόσταιναν στους

 βράχους των ρυτίδων.

Και κίναγε προς άγραν

βόλων (Ολο)στρόγγυλων

Άσπρων

Μαύρων

και Καφέ

να γεμίσει ένα σακούλι

Όμικρον

για να πληρώνει

 της χολέρας την τιμή.

Στα καπηλειά οι άντρες

τη φώναζαν

«Η χαλασμένη»

Μου σφύριξε κάποιος

πως την είχαν βαφτίσει

Ευτυχία.

.

Κλεμμένο Αντίδωρο,  εκδ. “Ζαθεον Πυρ” 2013

photo: via Google

.

.

Γιώργος Λαμπράκος, Ονειροπώληση

Pejac34

.

η όρεξη του παιδιού
η πείνα του φτωχού
τα μαλλιά των κοριτσιών
τα νυχάκια του μωρού
το νερό της βρύσης
το ποτό του αλκοολικού
το τσιγάρο
τα γόνατα
η θέα
η ανάσα
οι φλέβες

μερικά πράγματα που κόβονται

.

Ονειροπώληση εκδ. Κουκούτσι 2013

Surreal illustration: Pejac

.

.

Γιάννης Στίγκας, Προφητεία Που Χαίρεται Τους αφρούς Της

courtesy maria androulaki

.

Τη φωνή μου ρε

                          κι ας μην έχω να φάω

γιατί είναι ωραία η παλινδρόμηση των σωμάτων

(από τον ενικό στον πληθυντικό τους

κι αντίστροφα)

ωραίο το γεφύρωμα των πνοών

(σάθρο ή στέρεο – αδιάφορο τι –

διπλά ωραίο για την αδιαφορία του)

ωραίο αίνιγμα τα λουλούδια

Αλλά θα’ ρθουν καιροί

με στυφά δευτερόλεπτα

να ερημώσουν την όραση

να την κάνουνε Σιβηρία

Αυτά, για όσους ταξιδεύουνε προς το θέρος

Οι υπόλοιποι, θα την πάθουμε αλλιώς

Μια μέρα

κάποιος θα βρει ένα ξέφτι στον ουρανό

θα το τραβήξει και

θα πέσουν όλα τα ποδήλατα των αγγέλων

                              όλα

                         το εννοώ

.

{Η όραση θ’αρχίσει ξανά, εκδ. κέδρος 2006}

Σύλβια Πλαθ, Καθρέφτης

il_570xN.354709232_kqsi

.

Είμαι ασημένιος κι ακριβής. Δεν έχω προκαταλήψεις.
Ο,τι κι αν δω, το καταπίνω αυτομάτως
Ακριβώς όπως είναι, αθάμπωτο από αγάπη ή απαρέσκεια.
Δεν είμαι σκληρός, μόνο ειλικρινής
Το μάτι ενός μικρού θεού, τετραγωνισμένο.

Τον περισσότερο καιρό αυτοσυγκεντρώνομαι στον απέναντι τοίχο

Είναι ροζ με στίγματα. Τον έχω κοιτάξει τόσο πολύ
Που νομίζω πως είναι κομμάτι της καρδιάς μου. Αλλά τρεμοσβήνει.
Πρόσωπα και σκοτάδι μάς χωρίζουν ξανά και ξανά.

Τώρα είμαι λίμνη. Μια γυναίκα σκύβει από πάνω μου,
Ψάχνοντας στις εκτάσεις μου να βρει ποια είναι στ’ αλήθεια
Έπειτα γυρνά σ’ αυτούς τους ψεύτες, στα κεριά ή στο φεγγάρι.
Βλέπω τη ράχη της και την καθρεφτίζω πιστά.
Με ανταμείβει με δάκρυα  και ένα αγωνιώδες σφίξιμο των χεριών.
Είμαι σημαντικός για κείνη.Έρχεται και φεύγει.
Κάθε πρωί το πρόσωπό της αντικαθιστά το σκοτάδι.
Μέσα μου έχει πνίξει ένα  νεαρό κορίτσι, και από μέσα μου μια γριά γυναίκα
αναδύεται προς το μέρος της, μέρα με τη μέρα,σαν τρομερό ψάρι.

[Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1961]

 Μτφρ: Κατερίνα Ηλιοπούλου- Ελένη Ηλιοπούλου.

.

.

Ρίτα Μπούμη-Παπά , Αν Βγω Περίπατο Με Τις Νεκρές μου Φίλες

Andrey Remnev _ Andrej Remnjov_ Remnev (11)

.

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

    θα πλημμυρίσει η πόλη με βουβά κορίτσια

    ο αέρας με στυφή μυρωδιά θανάτου

    τα φρούρια θα σηκώσουν άσπρες σημαίες

    τα οχήματα θα σταματήσουν –

αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

.

Αν βρω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

    θα δείτε χίλια κορίτσια με τρυπημένα στήθη

    ακάλυπτα, να σας φωνάζουν

   «γιατί μας στείλατε έτσι νωρίς να κοιμηθούμε

    σε τόσο χιόνι, αχτένιστες, κλαμμένες;»

αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

.

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

    θα ιδούν κατάπληκτα τα πλήθη

    πως φάλαγγα πιο ανάλαφρη δεν πάτησε στη γη

    πως λιτανεία πιο ιερή δεν έχει παρελάσει

    ανάσταση πιο ένδοξη και ματωμένη –

αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

.

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

    γαμήλιο άνθος η πανσέληνος θα βγει να τις στολίσει

    μέσα στα κούφα μάτια τους θα κλαίνε ορχήστρες

    οι μπούκλες τους, οι επίδεσμοι θα κυματίζουν

    ω τότε, πολλοί από τύψεις θα πεθάνουν –

αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

~.~

{Ρίτα Μπούμη-Παπά 1906-1984}

Painting: Andrej Remnev

.

.

Δήμητρα Χριστοδούλου , Η Εκτέλεση Ενός Λάτρη Των Τεχνών

Van_Eyck_-_Arnolfini_Portrait

(…με αφορμή το ζέυγος Αρνολφίνι)

_Βλέμμα ευθύβολο. Σαφείς χειρονομίες. Χάρη λιγότερη απ’ όση απόφαση.Καμιά υποψία Θεού.
_ Και η σύζυγός του;
_Χιόνι επάνω απ’ την ταφή. Πρόσφατο. Καμιά μουσική, χλωρές βέργες, φερμένες από στεγασμένο φυτώριο. Τα κοσμήματά της στις τσέπες. φαντάζεται πως θα το σκάσει.
_Το φόντο δε;
_Αυτά που αγάπησα.Πλατιές πινελιές, χρυσίζουσα ώχρα, βαριές νεφέλες που αποδημούν, όλη η καμπούρα του ουρανού,όλο το βάρος.
_Τα είδες;
_ Και τ’αξιώθηκα! Πρόσωπα , πράγματα και πλανήτη. Έχω ασφαλώς ταφεί ως το λαιμό αλλά ποτέ παραπάνω.Ατένισ ατο κοσμικό σκοτάδι,συντόνισα με νηφαλιότητα το πλήθος των γαλαξιών, είδα το χέρι που χαράζει τον άνθρωπο πάνω στο νόμισμα που εξαγοράζει το χάος. Είμαι εγώ: Ο θεατής ενός ομοιώματος. Με οδηγείται στην κρεμάλα αλλά αυτό περιλαμβάνει τα έξοδα μιας τελευταίας εμμονής. Πληρώστε τα: Αυτό το ζευγάρι, τυφλό από στεφάνων έως τάφου, δίπλα σε βρύσες που ποτίζουν στόματα και κάτω από το ρέοντα θόλο, δεν το αποκαλύπτει η ευφυϊα μου αλλά ο ερεβώδης σας τρόμος. Θα θέλατε το θάνατο της γης αλλά όχι της μετριότητάς σας.Το πολυάριθμο κοινό στο οποίο απευθύνεστε αγνοεί τη φωτογραφική πλάκα! Ζει την εποποιία του εκμαγείου του ως την πιο πλήρη, την πιο ένσαρκη ύλη, ως μια και μοναδική γλυπτική αρχόμενη από των πρωτοπλάστων.Α, πόσο απέραντα λυπάμαι μόνο γι’ αυτά που δεν πλάστηκαν, για τα δικά μου μωβ λουλουδάκια, που χτυπούν τα φτερά τους αβέβαια πάνω απ ό τα φεγγαροβαμμένα νερά μιας νύχτας με τον εαυτό μου.Εκεί που δεν θα δω ποτέ, εκεί που χύνεται ο ποταμός της καρδιάς μου,άφιλος, άτεχνος και πότης.

The_Arnolfini_Portrait,_détail_(2)

Κανείς ποτέ δεν θα περάσει το χέρι του με άλλον τρόπο πάνω απ’ τα μαλλιά μου, παρά ο φουκαράς ο δήμιός σας, που μου οδηγεί στη θηλιά το κεφάλι. Αλλά εγώ απέραντα λυπάμαι μόνο για τα άψογα λουλούδια μου. Αν τα φυσήξω θα διασπαρθούν μές στον κλιματισμό του Μουσείου, έμφωτα , αφελή και αείζωα σαν τίποτα αληθινές ευλογίες προς το σύμπαν, ψελλίσματα ενός Δημιουργού που καταπολεμάει την αϋπνία του μετρώντας προβατάκια: Άσπρα, μοβ και φοβισμένα βελάσματα, μέσα στο άκανθο , κουφό σκοτάδι όπου με πάτε. Α, γη, γη… Τυλίξου σε μάλλινα, θύμισέ μου σπαρμένα χωράφια, άφησε πίσω σου ένα κορδόνι νερό…
_ Φοβάσαι;
_ Ακόμη κι αν δεν έπρεπε να γεννηθώ, θα έπρεπε να έχω μια μητέρα.

.
 από την ενότητα ”Η υπερηφάνεια των κληροδοτών- Δέκα μύθοι μετά μουσικής της συλλογής ‘‘Πώς Αυτοκτονούν οι Ασσύριοι’‘εκδ, Πατάκη 2010

.

Painting: Jann Van Eyck /The Arnolfini portrait & detail

Σύλβια Πλαθ ,Τρεις γυναίκες (τρίτη φωνή) απόσπασμα

Swan_Low_19x13

.

Οι κύκνοι έχουν φύγει . Μα το ποτάμι θυμάται πόσο λευκοί ήταν.

Πασχίζει στο κατόπι τους με τις λάμψεις τους.

.

Σύλβια Πλαθ, Τρεις γυναίκες (ένα ποίημα για τρεις φωνές) εκδ. Κέδρος

μτφρ: Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ελένη Ηλιοπούλου

.

.