Μάνος Ελευθερίου, Η υπόσχεση της ομορφιάς

Μάνος Ελευθερίου, Η υπόσχεση της ομορφιάς

.

Ακυρώνει τα χρόνια η στιγμή στο ξαφνικό
τηλεγράφημα: << Ασθενεί βαρέως φθάσε>>
Πέφτει η βελόνα απ’ το χέρι που ράβει το στρίφωμα.
Πέφτουν οι βελόνες απ’ τα χέρια που πλέκουν δαντέλες.
Τα χέρια που στύβουν λεμόνια.
Όταν ανάβουν τη λάμπα και γυαλίζουν μπακίρια.
Όταν απλώνουν σεντόνια στο σκοινάκι
Που θα σε πνίξει χρόνια μετά.
Όταν πλένουν με φύλλο συκιάς τα ποτήρια.
Να σιδερώνουν πουκάμισα. Να καθαρίζουν λεκέδες
Με το βρασμένο δεντρολίβανο.
Η σταγόνα απ’ το δάχτυλο που χτύπησε
σ’ ένα αόρατο καρφάκι.
Τα χέρια που χειροκροτούν πλανόδιους θιάσους
καθώς γυαλίζουν οι πούλιες και σκοτεινιάζουν τα φτερά
κι αστράφτουν τα πόδια τα θεϊκά μιας χορεύτριας
μες στα ερείπια μιας ζωής που θα συρθεί ως το σταυρό.

Αχ πόσο η ομορφιά είναι υπόσχεση θανάτου.

.

.

Παναγιώτης Τριτάρης, Ο κλειδάριθμος του πεύκου (μέρος α’)

Παναγιώτης Τριτάρης, Ο κλειδάριθμος του πεύκου (μέρος α')

Όλα ξεκίνησαν από τη μετατροπή
του επιθέτου σε ουσιαστικό.
Δεν φθάσαμε όμως και πολύ μακριά έτσι.
Ήταν αναμενόμενο:
Οι λέξεις είναι ένα τιμητικό άγημα
που στέκει σε στάχτη προσοχής
καθώς περνάει ο Κόσμος.
Περισσεύουν όμως πάντα τα πεύκα
και η ορμητική δεντρότητά τους τον Αύγουστο
όταν αφήνουν πίσω τον ίσκιο και τις ρίζες τους
το βέβαιο της ακινησίας τους και το θάλλος το ωραιότατο
και ξεχύνονται στα κύματα του Ιονίου
και κολυμπούν κι ξανοίγονται και ψάλλουν
Εις πολλά έτη Δέσποτα Διονύσιε
Εις πολλά έτη Δέσποτα Ιωάννη Σεβαστιανέ
Εις πολλά έτη Δέσποτα Αντρέϊ
και κολυμπούν και ψάλλουν
Αμήν το κύμα και ο νεκρόδειπνος
Αμήν ο αέρας και η λακριμόζα
Αμήν ο ουρανός και ο αμήν, ο μάρτυς, ο πιστός
Αμήν το αεί εάν.
και μακραίνουν και ψάλλουν
Πάτερ ημών των λυγμών
Πατέρα μου
Πατέρα
και ψάλλουν πατέρα
ότι Σου εστί κάθαρμα ταγματασφαλίτη
η νομή της αρτοκλασίας της ενορίας
και η ανέμελη ζάχαρη στα δάχτυλά μου
που κόλλησε και σέρνει για πάντα πίσω μου
την αγέλη των αρουραίων Κυριακών.
Αμήν λέγω
τα πεύκα του Ιονίου
που κολυμπούν και ξανοίγονται και ψάλλουν
εισέτι.

Στέλλα Δούμου, Η σημαία

Ενύπνια Ψιχίων

 Elisabeth Baysset

Εις το εύοσμον μπαλκόνιον η θεία η Αμερσούδα απλώνει μετά μουσικής τα λευκά της είδη τα οποία σπαρταρούν στο ευχάριστο εωθινό αεράκι. Γείτων τις διάβαζε απορροφημένος, εις τον απέναντι προμαχώνα, ώσπου χτύπησε την ακοή του το πλατάγιασμα των αεριζομένων ρούχων. Έστρεψε το βλέμμα, απόμεινε λίγο ενεός και κατόπιν έβαλε τις φωνές.
─ Τι κάνετε εκεί, αγαπητή ;
─ Τι κάνω εδώ, αγαπητέ; κελάηδησε η θεία με θαυμαστή αμεριμνησία.
─ Πώς αποτολμάτε να απλώνετε αυτά τα βρακιά σε κοινή θέα;
─ Δεν αντελήφθην, αγαπητέ. Τι έχουν αι κυλόται μου; Αι σφεντόναι που απλώνει η κυρία σας είναι καλύτεραι;
─ Μα ακριβώς! Τα βρακιά σας είναι σαν σημαίες που μπορούν να σκεπάσουν ένα ολόκληρο τάγμα νεοσυλλέκτων.
─ Και γιατί νεοσυλλέκτων παρακαλώ; απόρησε η θεία
─ Και Βετεράνων, ΜΑΖΙ, θα μπορούσαν, μα δεν είναι αυτό το θέμα μας!
Elisabeth Baysset─ Και ποιο είναι το θέμα μας, αγαπητέ ; Δεν σας εννοώ.
─ Μα…

View original post 408 more words