Στέλλα Δούμου, Θεωρείο

Στέλλα Δούμου,  Νυχτοδρόμιο

.

 

Στη λίμνη της λάμπας είναι χάραμα.

Όσο κι αν ξηλώνονται τυφλά

αγάλματα σκιών απ’ τα νεφρά του απέναντι κτιρίου

είναι σχεδόν αδύνατο να μιλήσει κανείς

με ολισθηρές λέξεις εναντίον τους

αφού η ανάπτυξή τους επί του δρόμου γίνεται θωπευτικά .

Στη λίμνη της λάμπας πεταλούδες

φορούν τ’ αδιάβροχα μάτια τους.

Το θέαμα πλαντάζει.

Εγώ, στο θεωρείο θυμάμαι ασκήσεις κεκλιμένων εδαφών.

Και πέφτω.

Να μασάς τη νύχτα μέχρι το κόκαλο

να, αυτό είναι όλη η ιστορία.

Art: Max Ernst

.

.

Έκτωρ Κακναβάτος, Ρήγμα στον κρόταφο

Έκτωρ Κακναβάτος, Ρήγμα στον κρόταφο

Με τι ακόμα να μετρούσα της γενιάς μου
το εμβαδόν ;
Με τι άλλο .
Ο πλανήτης έτριζε από αιμοφιλία
απ’ της γενιάς μου όλα τα έναστρα
τις εννιά στοίβες όνειρα που έδωσα
όλα σπάνιες πέτρες
να φύγει ο κόμπος στο λαιμό .
Ο πλανήτης έτριζε
με τις περήφανες σιωπές μου
τα συνομήλικά μου σχήματα τις φωταψίες
τα μανάλια που
ακόμα φέγγουνε όλα σ’ εκκλησιές κρυφές .

‘Ομως το ρήγμα στον κρόταφο
απ’ τη ριπή σου πίκρα
εννιά μίλια ρήγμα η διάψευση
στον κρόταφο .

(Διήγηση,1974)

Art: Rene Magritte , Amemoria

Collectanea ~ Χαλίλ Γκιμπράν

Όποιος δεν ξέρει και δεν ξέρει πως δεν ξέρει, είναι τρελός, απόφυγε τον.
Όποιος δεν ξέρει και ξέρει πως δεν ξέρει, είναι παιδί, μόρφωσέ το.
Όποιος ξέρει και δεν ξέρει πως ξέρει, κοιμάται, ξύπνα τον.
Όποιος ξέρει και ξέρει πως ξέρει, είναι σοφός, ακολούθησε τον.

~Χαλίλ Γκιμπράν~

Αθηνά Παπαδάκη, Με Λύχνο και Λύκους

Αθηνά Παπαδάκη, Με Λύχνο και Λύκους

Aλλού• αλλά για πού

Από δύνη σωτήρων
έπεσα
σ’ άλλο βάραθρο.
Λαός από αρχέγονους μόρτες
Μ’ έκανε μαύρη
Απ’ τις ποινές.
Μια προλετάρια
Της ποίησης και της αγάπης.
Μα είπα δεν πειράζει,
εγώ έχω γη
και ουρανό
και θάλασσα,
ως και γονατιστή
θα τα υπηρετήσω.

.

Andrea-Kowch5-730x482.

Μα να,
το γάλα πέτρωνε
σε ολοκαίνουργιες οροσειρές
πάνω απ’ τους κρόταφους
του κόσμου,
τα χορτάρια.
Στάθηκα.
Μήπως η γη
Τον προαιώνιο κύκλο
απώλεσε
από τεράτων έργα;
Και δρόμο πήρα,
όμως δρόμο δεν άφησα.
Να πάω πού η ξένη,
ακόμα κι από της φλογίτσας μου
το φωτεινότατο μέλι.

Το τραγούδι του λύγκα

Ενύπνια Ψιχίων

.

Κρώζοντα πουλιά πετάριζαν ήχο καλπάζοντα από το βάθος της σπηλιάς, σκοντάφτοντας το βόμβο τους σε σιω­πηλό λεπίδι, βράχους παλιούς, όπου δεν έπαυε η θάλασσα οδυνηρά να τρίβεται, το τύμπανο του αυτιού του να ξεσκίζει. Σιγή μετά. Ώσπου γλιστρήματα σκιών ιλιγγιώδη τσά­κισαν τις φτερούγες τους με πάταγο – τινάχτηκε το αγόρι –, έτσι όπως ρίχτηκαν στα μάτια του τυφλές απ’ το πολύ το φως, αλλά δεν ήταν νυχτερίδες. Το τύμπανό του ξεσκιζόταν.

DIN068-REGRESSIO

Ένιωσε τότε σαν βελούδο στο λοβό μια άχνα παγωμένη, πριν γέλιο γυναίκας τσακισμένο. Γύρισε, είδε. Στόμα. Όχι στόμα, ήξερε ότι δεν, αλλά ένιωθε ότι ήταν στόμα, γι’ αυτό και άπλωσε τα παιδικά του χέρια να το αγγίξει δίχως να φοβάται, δόντια δεν έβλεπε άλλωστε ούτε χείλη, ήχος δασύς από ανάσα ακουγόταν μόνο. Κίνησε, άπλωσε αργά τα μπλε βαμβακερά χεράκια, με τους πορτοκαλιούς αρκού­δους που έπιναν γάλα στο κρεβάτι, το στόμα να θωπεύσει, μαζί νωχελικά να αγαπηθούνε. Δεν πρόλαβε…

View original post 189 more words

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, ΑΣΠΑΛΑΘΟΙ*

ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Image

ΑΣΠΑΛΑΘΟΙ*

Το χειμώνα, πέρασαν μέρες μετρώντας το πήγαινε έλα των αλεπούδων πάνω σε ένα μωσαϊκό με ασπάλαθους. Τα πόδια τους στην έξοδο, τρίβονταν στο χιόνι και διαλύονταν κίτρινα, οι γούνες κοκαλωμένες πέταγαν σκληρά κόκκινα μπαμπάκια σα φαρμακωμένα δόρατα. Όλοι οι ερωδιοί, βαρυτικά ελκόμενοι προς το υπερκείμενο ρέον νεφέλωμα, κουτούλαγαν δώθε κείθε, διάσπαρτοι κομήτες. Κρύο πολύ. Η μέρα μίκραινε, μίκραινε, μέχρι που την αγκάλιασε η νύχτα σαν κάλτσα. Που να βρεθεί και ήλιος, η λαχτάρα σβήστηκε. Ούτε για ύπνο ούτε για χάδι, αυτό το σφιχτό αυγό που έγινε η πλάτη σου. Στη γούρνα του αγιασμού επέπλεαν, φύλλα, πούπουλα, τρίχες, σάλια, φως. Δεν υπήρξε πλάσμα να μην άφησε εαυτόν στο φαρμάκι της. Έπλυνες το πρόσωπο, οι μπογιές αποτραβήχτηκαν, ανέτειλες το κορίτσι κορδέλα στερεότυπο, στήθος χιονόμπαλα με καφετιά άλω, που έκλαιγε όταν μ´ έκλεινε εντός του. “-Εδώ βαφτίζεται η ζωή σε θάνατο”, είπες, πριν τους Χαιρετισμούς. Στο σιφόνι ακουγόταν η λάσπη που πάλευε…

View original post 163 more words

Στέλλα Δούμου, Ακεψιμά κι Αειθαλά

Στέλλα Δούμου, Ακεψιμά κι Αειθαλά

.

Mπουκέτα μυριόποδων κτιρίων
τεραγωνίζονται
μπερδεύοντας
των άστρων τις πέρλες
και τις ελεύθερες ρίζες του αμφιβληστροειδούς.
Ο θεός τη νύχτα ομοιάζει παράγωνος.

Ζυμώνονται τότε υποδόρια
τα αλμυρά κουλουράκια της αγωνίας
βιάζοντας το αίνιγμα των κλειστών ματιών
Ωριμάζουν προορισμοί,εφευρίσκονται τόποι.

.

Igor-Morski-Surreal-art-human-brain
Κι όλα στάζουν καθρέφτες
που σημαίνει μετάληψη
σε χρόνο προσποίησης.
Α, είναι η αρμονία που τινάζει χρυσόμυγες
και επικουρούνται οι ποιητές.
Μέσα στη φόδρα τους
λάμπουν ευαγγελισμοί.

Ακεψιμά κι Αειθαλά* με βρήκε αυτό το κακό.

(Αυτοθυσιάζονται όλοι οι παράγωνοι θεοί για να βρει χώρο το ποίημα ν’ ανασάνει. Στο πρώτο κλάμα του πεθαίνει και ο γράφων)

* Των Ακεψιμά κι Αειθαλά η μνήμη , 3 Νοεμβρίου

Digital Art:  Igor Morski

.

.